Τώρα, που η κοινωνία αλλάζει (δεν αλλάζει μόνη της, αν είναι δυνατόν), εσύ νομίζεις πως την περιμένεις, νομίζεις πως είσαι σε αναστολή. Έγγυος είσαι μάνα μου και σκέφτεσαι και συσκέφτεσαι και ατενίζεις δρόμους ηρωικούς, ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΡΕΛΟΥΣ που δεν πατάνε πουθενά, που δεν έχουν γίνει ακόμη, και φοβάσαι, ΦΟΒΑΣΑΙ μην τρελαθείς στριμωγμένος ανάμεσα σε δύο τρέλες, μιας βέβαιης και μιας αβέβαιης – αυτό το σώμα σου φοβάσαι που σε τραβάει έξω-μακρυά από τη σαπίλα, να σε γλιτώσει από την τρέλα-μέσα, να σε παρασύρει έξω μακρυά στο άγνωστο: ποτέ πριν δεν ήταν ο ορίζοντας τόσο ανοιχτός μπροστά σου. Η τρομοκρατία του αγνώστου είναι αυτή που σε γονατίζει, η απουσία του μοντέλου είναι που σε τρελαίνει, η ιδέα πως εσύ μόνος θα διανύσεις τις αποστάσεις σου, πως είσαι καταδικασμένος να ακολουθήσεις τον δρόμο που το σώμα σου προτάσσει, να ξεράσεις αυτή τη δυσφορία που σε κατατρώει, να απομακρυνθείς απο αυτή τη μασκαράτα, να αναχωρήσεις για τα ξένα, έξω απ’ τον στενό κλοιό, έξω από εσένα. Εσύ τώρα σέρνεις τον χορό, εσύ που ο τόπος δεν σε χωρά, εσύ που δεν πατάς πουθενά, που νιώθεις τον τρόμο της αβύσσου, εσύ θα φτιάξεις επιτέλους αυτό το νέο το γενναίο κόσμο.
Η κοινωνία αλλάζει. Εσύ την επινοείς. Και είσαι σε πανικό.
*