Οι Μεσολαβητές

Δεκεμβρίου 19, 2009

Μεσάζοντες, μεσολαβητές, εργολάβοι, μεταπράτες, εξηγητές, εκπρόσωποι. Στην μέση στέκονται. Ανάμεσα μας. Ανάμεσα σε εμάς και τα πράγματα. Απευθείας επαφές δεν επιτρέπονται. Μην ακουμπάς, μπορεί να κολλήσεις τίποτα εξαιτίας της παιδικής σου αφέλειας. Γι αυτό βρίσκονται αυτοί στην μέση: μας προστατεύουν από μολυσματικές επαφές που μπορεί να επιφέρει η άγνοια μας. Μεσολάβηση στην πολιτική, στο γεγονός, στις αξίες, στις σχέσεις μας, στο εμπόριο, στα τρόφιμα, στην τέχνη, στη γνώση, στο θεό. Πολιτικοί, εκδότες, δημοσιογράφοι, τηλεόραση, mega channel, χονδρέμποροι, κινέζοι, σούπερ-μάρκετ, δικηγόροι, δικαστές, δάσκαλοι, πολυεθνικές (κλισέ), μεταπράτες, διαφημιστές, δημοσιοσχεσίτες, παράγοντες, παπάδες, εξηγητές.

Ποιός μπορεί να «διαβάζει» και να εξηγεί την εμπειρία, τη ζωή; Ποιός έχει το δικαίωμα να μιλά εκ μέρους της πραγματικότητας, να μιλά εκ μέρους μας;

Για να αντέξουν το βάρος της αλήθειας των πραγμάτων που εκπροσωπούν είναι αναγκαίο να κρύψουν τα πράγματα αυτά καθιστώντας μας ανίδεους. Το σούπερ-μάρκετ κρύβει την προέλευση και τη φύση των πραγμάτων, των τροφίμων που μεταπουλά, κρύβει τη φύση με τέτοια πειστικότητα ώστε να γίνει το σούπερ-μάρκετ η φύση, ο αγρός, ο τόπος που καρποφορούν τα πράγματα (βλέπε Demystification #1). Οι πολιτικοί κρύβουν την πολιτική και τους πολίτες, το χρηματιστήριο την αξία, ο έμπορος το εμπόρευμα, ο δημοσιογράφος την αλήθεια, ο παπάς τον Θεό. Οι μεσάζοντες κρύβουν αυτό εν μέσω του οποίου στέκονται, ώστε από μεταποιητές πρώτης ύλης να παραστήσουν αυτοί την πρώτη ύλη: σε ένα αφαιρετικό επίπεδο, κρύβουν την αλήθεια ώστε να πάρουν τη θέση της και να γίνουν οι ίδιοι η Αλήθεια. Αντί να είναι αυτοί στην υπηρεσία της, κάνουν την “αλήθεια” υπηρέτρια τους. Σαν τον θεολογικό διάολο που διαστρεβλώνει, που λέει ψέμματα, που προκαλεί αμφιβολία για να φέρει σύγχυση και απιστία, που θέλει να γινει θεός στη θέση του θεού.

ΟΙ ΚΑΛΒΙΝΙΣΤΕΣ –αυτοί εκεί οι Προτεστάντες που σφαγιάστηκαν άγρια από Καθολικούς λίγο πριν την αναπόφευκτη νίκη τους– έβαλαν τότε το ζήτημα των μεσολαβητών των Θεών, των παπάδων δηλαδή, αφού οι τελευταίοι πάχαιναν επικίνδυνα λόγω ανεξέλεγκτου παρασιτισμού και διαφθοράς. Ο μοναχικός αυτός δρόμος του Καλβινισμού και του Προτεστάντη απαίτησε την κατάργηση των μεσολαβητών του Θεού απαιτώντας μια προσωπική σχέση με το Θεό, μια προσωπική σχέση με το επέκεινα, μια προσωπική σχέση με την αλήθεια. Αντίστοιχα, αν και σε άλλο επίπεδο αλήθειας, κάτι ανάλογο έκανε ο Ροβεσπιέρος απαγχονίζοντας δικαίως και αδίκως. Οι κουρασμένοι Καλβινιστές κατήργησαν με τον πιο εμφατικό τρόπο την ύπαρξη και την ανάγκη των μεσαζόντων και των εξηγητών. Είχαν το βιβλίο και μπορούσαν να διαβάζουν και μόνοι τους την αλήθεια. Αρκεί να μάθαιναν γράμματα.

Απέσυραν την εξουσία αυτή από τους «υπηρέτες» του Θεού και την επέστρεψαν στον Θεό. Κάτι τέτοιο ζητούν και κάμποσοι Μουσουλμάνοι όταν θέλουν να εγκαθιδρύσουν τον θεϊκό νόμο, όπως αυτός εκπορεύεται από τις δικές τους γραφές: αφού έχουμε την αποκάλυψη της θεϊκής αλήθειας δεν μπορεί να υπάρχει κάποιος νόμος πιο αληθινός. Και ο νόμος αναπαριστά τη δικαιοσύνη. Δεν μπορεί η ανθρώπινη δικαιοσύνη να υπερβεί τη θεϊκή. Το κεντρικό θέμα είναι πως αυτοί οι φονταμενταλιστές αφού κάψουν και σφάξουν τους μεσολαβητές τους έχουν την αλήθεια πρόχειρη, έχουν τα βιβλία που την λένε. Εμείς πάλι δεν έχουμε τίποτα.

ΑΥΤΟ είναι το πρόβλημα που άλλοι το λένε πρόβλημα στόχου και κατεύθυνσης, άλλοι έλλειψη οράματος: δεν έχουμε καμμία πρόχειρη ουτοπία στην κατεύθυνση της οποίας να αρχίσουμε συστηματικά να κοιτάμε. Γιατί η σφαγή των εξηγητών και των μεσολαβητών αφήνει απλώς τις θέσεις κενές. Δεν έχει προβλεφθεί η θεσμική τους απουσία.

Αγαπημένε μου,

Πήγα στην πορεία σήμερα. Καλά δεν θα το πιστέψεις. Έχω μάθει κόλπα. Καταρχάς ποιός φανταστικός τύπος ανακάλυψε το Mαλόξ; Μιλάμε κάνει τρελή δουλειά. Δεν λιποθυμάς, ούτε θέλεις να πεθάνεις όταν σκάει δακρυγόνο δίπλα σου. ΤΕ-ΛΕΙ-Ο. Μάσκα επίσης. Πολύ καλή. Και παρόλο που αυτή με τα λαστιχάκια είναι πιο ακριβή από αυτή με τα κορδονάκια την επόμενη θα πάρω κι εγώ με λαστιχάκια. Χρήσιμο φαίνεται πως είναι και το κράνος γιατί μπορεί να φας και καμμιά αδέσποτη πέτρα. Ξέρεις, που δεν πάει για σένα. Αλλά δεν το χω ακόμα. Ήταν παράξενα πάντως αφού ήταν η πρώτη φορά που έβλεπά live να τρέχουν παράλληλα με την πορεία διάφοροι ακώλωτοι, άλλοι αναρχικοί, άλλοι ασφαλίτες και σπάγανε σε μια διαρκή συνομιλία. Σπάγανε δηλαδή οι αναρχικοί την ΝΙΚΕ, έσπαγαν οι ασφαλίτες ένα μαγαζί με τους ιδιοκτήτες, δύο θείους, στην πόρτα. Σπάγανε οι αναρχικοί τις τζαμαρίες του πρώτου ορόφου της τράπεζας, αφού οι ισόγειες βιτρίνες τους ήταν καλυμμένες με σιδεριές, σπάγανε οι ασφαλίτες ένα άλλο ασήμαντο μαγαζί. Το Bershka το κάψανε μαζί. Για ξεκάρφωμα.

Πάντως ήταν παράξενα. Να σου πω την αλήθεια μου δημιούργησε έναν φόβο ρε παιδί μου. Αλλά με ξέρεις τώρα. Φαινόμουνα πολύ ψύχραιμος, όπως πάντα. Και σε πρώτη φάση, ξέρεις βιωματικά, δεν μου άρεζε. Είχα μια γενικότερη αμφιθυμία. Μια σύγχυση. Κάπως εκκρεμής ήμουνα και μετά το σκεφτόμουνα. Γιατί είχα από τη μία τα ωμά και αληθινά σπασίματα, και από την άλλη άκουγα φωνές: άκουγα το δελτίο του Μέγκα και του υπαλλήλου του Μέγκα, του αρχίδιδάσκαλου Πρετεντέρη να μου ψιθυρίζουν σαν διάβολοι, «είναι κακό… είναι απαράδεκτο… δεν είναι σωστό». Αλλά καταλαβαίνεις, επειδή δεν άκουγα δα και τη φωνή κανενός αγγέλου, αλλά του οργάνου του σατανά –που ακόμα περιμένω να φανούν τα σημάδια στο κούτελο του για να επιβεβαιωθείς ξανά εσύ και ο Νοστράδαμος– με προβλημάτιζε. Πολύ ωραία πήγε κατα τ’άλλα πάντως. Μας ρίξανε και δακρυγόνα. Πάτησε και ένας Δελτάς μια κυρία, την ώρα που η ομάδα Δ έκανε επιθέσεις αυτοκτονίας με τα παπάκια πάνω σε κάτι άλλους που διαδηλώνανε, τράβηξε και ένας άλλος όπλο λένε. Τέλος πάντων, εγώ επώνυμη καταγγελία πάντως στην υπηρεσία που θα ανοίξει ο Υπουργός δεν κάνω. Άσε μην φάμε και τζάμπα το κεφάλι μας. Να χουμε άλλα μετα; Εδώ σήμερα πέταξα ό,τι μπουκάλι μπύρας είχα. Και τα γεμάτα. Δεν ήμουν τώρα σε φάση να πετάξω και την Κεροζάν. Ή τις μπύρες, ή την κεροζάν. Καταλαβαίνεις, μπήκε και ο χειμώνας. Τι να έκανα δηλαδή. Για τέτοια είμαστε τώρα;

Αλλά θα σου εκμυστηρευτώ κάτι. Και ελπίζω να το κρατήσεις μυστικο γιατί μπορεί να προσαχθώ προληπτικά. Το σκεφτόμουν όλη μέρα, στο είπα. Και το βράδυ, ξέρεις στη φάση πριν κοιμηθείς που έτσι όπως σκάει όλη η ένταση της ημέρας και την ξεφυσάς μέσα στις τελευταίες βαθιές ανάσες σου που σε προετοιμάζουν για ακόμα έναν βαθύ ύπνο, μου σκασε η αφαίρεση. Κάνω στον εαυτό μου κόλπο. Και του λέω: - Γάμησε το το εμπειρικό, το βιωματικό και απογειώσου, κάντο ψυχρό και απόμακρο, κάντο θεωρητικό παιχνίδι. Είναι μια κατάσταση απελπιστική η γενικότερη. Οικονομία που καταρρέει από τις επιλογές της (i.e. neo-liberal), Δικαιοσύνη ελεγχόμενη, Πολιτική διεφθαρμένη, Φοιτητικές παρατάξεις καριέρας, Συνδικαλιστές πουλημένοι, Μήντια ανεξέλεγκτα: όλοι μοιάζουν να κάνουν μπίζνες. Δηλαδή θεσμοί αποκλεισμένοι από τους κακούς. Θεσμοί τώρα σοβαροί, σαν κοινωνικοί πυλώνες, όχι τίποτα συντεχνίες. Θεωρητικά αμοιβαίως αποκλειστικοί και ελεγκτικοί ο ένας του άλλου που καταλήγουν να τα έχουν κάνει πλακάκια σαν οργανωμένο έγκλημα. Μπαμ, πέφτει και μια σφαίρα πέρυσι και άντε γαμήσου. Ρε. Άντε γαμήσου λέμε. Και παίζει αυτή η φάση. Και ταυτόχρονα και μια σύγχυση, γιατί οι φταίχτες έχουν γίνει σκιές. Κανείς δεν μπορεί να δείξει προς κάποια κατεύθυνση με βεβαιότητα. Θυμάσαι, τα λέγαμε και πέρσι. Και είναι κάτι ακώλωτοι που σπάνε τράπεζες, αλυσίδες και τα τέτοια. Σπάνε έτσι; Τζαμαρίες και βιτρίνες «σημαντικών» εταιρειών. Α ναι. Και πετάνε πέτρες και μολότοφ στους μπάτσους που τους παραφυλάνε. Και παρόλο που είναι σημαντικά, δηλαδή με σημασία, υφαρπάζεται το νόημα τους από τα Μήντια, μηδενίζεται και μετατρέπεται σε «βανδαλισμό» και «τυφλή βία». Άρση του νοήματος με την ταυτολογία: η βία είναι βία. Χωρίς καταβολές, αιτίες, σχέσεις. Κενή και κούφια. Γι αυτό ονομάζεται και «τυφλή». Σαν τη δικαιοσύνη; Α δεν είναι όλα ίδια; Σόρι, παρεξήγηση. Λες να τρομάξω τώρα; Τι είναι η βία; Βια! Μια πράξη δίχως περιεχόμενο: out of space, που λέμε. Σαν το γονίδιο επιθετικότητας. Κάτι οργανικό ίσως, σαν προδιάθεση. Ας πούμε όταν νευριάζεις δεν εξετάζεται το ερέθισμα, το δίκαιο ή άδικο των νεύρων που προκλήθηκαν, αλλά οι χημικές εκρήξεις που εμφανίστηκαν στον εγκέφαλο σου. Νασαι ψύχραιμος αγόρι μου, γιατί ορισμένες αντιδράσεις απλά δεν είναι σωστές. Και προπαντών δεν είναι πρέπουσες. Κι αν σου περνάνε τέτοιες ιδέες και σκέψεις να καταδικάζεις αμέσως τον εαυτό σου. Κι αν βρεθείς ένοχος να αυτό-αποβάλλεσαι σε κάποιο «ήσυχο δωμάτιο» ψυχιατρείου (λένε πως θα φτιάξουν κάμποσα σε κάθε γειτονιά) και να κοπανάς το κεφάλι σου στους τοίχους που είναι επενδυμένοι με μαξιλάρια για να μην το σπας κιόλας. Τελεία. Τώρα Αντρέα μου το πώς μπορεί να αναπτύσσεται η αυτοδικία σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, σε ένα καθεστώς δικαίου είναι ένα από αυτά τα ακατανόητα πράγματα. Χουλιγκανισμός ανεγκέφαλος. Αυτό ήταν και το θέμα της αποψινής διάλεξης του αρχίδιδάσκαλου Πρετεντέρη: εξήγησε πως μια τέτοια θεώρηση, κατά την οποία μια βίαιη ενέργεια αυτοαποκαλείται απάντηση σε μια άλλη ενέργεια (π.χ. σπάω την τράπεζα γιατί οι τράπεζες μαζεύουν όλο το χαρτί) ονομάζεται «ηθικός συμψηφισμός» και είναι αρχή του ναζισμού. Έτσι είπε και έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Πάντως, δεν ξέρω τι θα κάνουμε μόλις έρθεις με το καλό, γιατί εγώ στο λέω: δεν ξαναβγαίνω έξω. Θα κάτσω στο φανταστικό σαλόνι  μου και θα βλέπω ειδήσεις για να μαθαίνω τι συμβαίνει στον κόσμο.

Εν τω μεταξύ τα πράγματα στη γειτονιά όσο πάνε και ηρεμούν. Καμμία σχέση με τα Εξάρχεια που ήξερες. Ειδικά αυτό το τριήμερο αγαλίασε η ψυχή μου και από την συγκίνηση δεν άντεξα και έστειλα ευχαριστήριο μήνυμα και στον Υπουργό. Τώρα με το Πασόκ αγόρι μου ο πολίτης έχει άμεση επαφη με την εξουσία. Πολύ μπροστά σου λέω, έχει και ιστοσελίδα. Είχε φόρμα να συμπληρώσεις. Πάτησα το κουμπί και το έστειλα. Τσακ-μπαμ. Στο επισυνάπτω:

«Αγαπητέ κύριε Μιχάλη,

Σε ευχαριστώ που έχεις ένα ελικόπτερο πάνω από το κεφάλι μου 3 ημέρες. Σε ευχαριστώ που έχεις κάνει στρατόπεδο τη γειτονιά μου. Μπορείς να βάλεις και σημεία για τσεκ-ιν, να μην μπαίνει από όπου θέλει και όποιος θέλει στα Εξάρχεια. Πάντως νιώθω ήδη πολύ ασφαλής Μιχάλη. Μπορείς εκτός των σημείων τσεκ-ιν να μας πηγαίνεις με συνοδεία οργάνων σπίτια μας. Μπορείς να τα περιφρουρείς κιόλας. Και όποιος βγαίνει έξω αργά έχεις τα ελικόπτερα εκεί να του φωτίζουν τον δρόμο. Και το πρωί να μας ξυπνάς. Για μια ασφαλή ζωή. Σε ευχαριστώ που με υπερασπίζεσαι και με προστατεύεις καθημερινά. Σε ευχαριστώ εντυπωσιακέ κύριε Μιχάλη»

Φιλιά γλυκούλη μου,

Τα υπόλοιπα από κοντα.

[Δευτέρα 7 Δεκέμβρη 2009 - protos paraliptis: Laternative]

Οι όροι

Δεκεμβρίου 12, 2009

- Μα οι λέξεις, τα λόγια που αρθρώνουμε είναι ο τρόπος, είναι τα μέσα της εκφρασης μας. Είναι απλώς οχήματα της σκέψης μας. Οι λέξεις δεν είναι η σκέψη μας

- Δεν μπορεί να είσαι τελικά τόσο αφελής ώστε να πιστεύεις στ’αλήθεια πως οι λέξεις είναι αθώες. Πόσο μάλλον όταν την ίδια ώρα οι λέξεις δικάζονται και όλοι μας ελπίζουμε στη βαριά καταδίκη τους από τη Δικαιοσύνη. Δεν έμοιαζες σαν αυτούς τους σιχαμένους όταν σε πρωτογνώρισα. Τζον Στίλ, είσαι ένα τέρας!

(Jack Locke, 1976. Wild Lullaby)

Ήταν η Σόνια που μου είχε πει για εκείνον τον Άγγλο «προπονητή ζωής» (life coach – πόσο πιο αστείο, πόσο πιο εμφατικά γελοίο ακούγεται στα ελληνικά) που όταν του είχε πει πως έχει πρόβλημα επειδή «το σύστημα είναι ηλίθιο (stupid)», εκείνος της απάντησε πως «το σύστημα είναι προκλητικό (challenging)». Μόνον ένας ηλίθιος, ή ένας επαγγελματίας θα μπορούσε να απαντήσει κάτι τέτοιο.

Ένας ανθρωπολόγος στην καρδιά του Βρετανικού σύμπαντος, στο αμφιθέατρο του London School of Economics, διατύπωνε ρητά την πεποίθηση του πως το σύστημα είναι κυριολεκτικά ηλίθιο και άρα ο μόνος τρόπος να συμμετάσχεις σε αυτό είναι να γίνεις και εσύ ηλίθιος. Δεν ήταν το γεγονός πως ακούστηκε κάτι τέτοιο για πρώτη φορά σε τέτοια πλαίσια –κάτι που συστηματικά αρνούνται να εντάξουν στις δουλειές τους οι διανοούμενοι και κοινωνικοί επιστήμονες– αλλά το ότι έκανε την ηλιθιότητα θεωρητική έννοια, δηλ. «ηλιθιότητα» (stupidity), κάτι το οποίο συνεπαγόταν την επί ίσοις όροις τοποθέτηση της στο πάνθεον των θεμάτων που χρήζουν ακαδημαϊκής ενασχόλησης και σκέψης.

Οι δύο λοιπόν ερμηνείες που αντιπαλεύονται (stupid v. challenging) μοιάζουν να συγκροτούν όχι με απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο δύο στρατόπεδα. Εφόσον δεν έχουν να μοιραστουν κάποιον κοινό τόπο, ο ένας στέκεται άναυδος απ’έξω και ο άλλος απορημένος από μέσα.

[όχι δεν θα πω για την γραφειοκρατική ηλιθιότητα που αρχίζει να γίνεται όλο και πιο αναμενόμενη (κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ εύκολο), τόσο ώστε όταν έχεις να διεκπεραιώσεις κάτι που την εμπλέκει προσαρμόζεσαι σε ένα κάποιο μιμητικό στερεότυπο και γι αυτό μιλάς στους γραφειοκράτες όπως θα μίλαγες σε κάποιον καθυστερημένο. Είναι μια «επιτελεστική μίμηση» αυτή, αφού για χρόνια η παράξενη αυτή και απόκοσμη φυλή των γραφειοκρατών (που συναντάει κανείς από τις δημόσιες υπηρεσίες και τα καταστήματα κινητής τηλεφωνίας μέχρι τις καφετέριες με trademark) μιλάει στους υπόλοιπους από εμάς σαν να είμαστε καθυστερημένα μωρά.]

Ποιούς εκφράζει αυτό το σύστημα ηλιθιότητας; Τους ηλίθιους.

Τι γεννοβολάει; Ηλίθιους.

Ας προσευχηθούμε τώρα όλοι μάζι.

Οι ηλίθιοι όροι δεν επιτρέπουν σε άλλες αξίες να αναδυθούν από το βούρκο που έχουν στρώσει (δίοτι αξία είναι η ηλιθιότητα, μπορεί και αρετή). Η μουσική ακούγεται μέσα από το X-factor, τα λόγια μέσα από το δελτίο του Mega, η τέχνη μέσα από τις διαφημίσεις, η διανόηση μέσα από ντεσού φορμαλισμούς, η πολιτική μέσα από τα κόμματα ή τηλεοπτικά σόου, η πραγματικότητα μέσα από κανάλια παραγόντων, εσύ μέσα από δημόσιες σχέσεις. Η όποια αξιοσύνη για να επιζήσει οφείλει να συμμαχήσει με το μέσο υποστήριξης και διάδοσης της. Η ομορφιά οφείλει να μην καεί στη μοναξιά της. Κι όμως δεν επιζεί. Δεν μπορεί να διατηρήσει την ακεραιότητα της μέσα από μιαν ανήθικη συνεργεία που ορίζει ως συνομιλητές-κριτές της αξίας και της θέσης της φτηνούς ανθρώπους. Δεν στέκεται η ομορφιά μοναχή της κάπου έξω από εδώ αναμένοντας την ανακάλυψη της (χρειάζεται κι αυτή προσοχή, να ακονιστεί για να φανεί η στιλπνότητα της). Ούτε αντλεί την αυτοπεποίθηση και την υπεροχή της από το εσωτερικό της μεγαλείο. Υπάρχει και κινείται σε πλαίσια μέσα από τα οποία αποκτά το νόημα και την αξία της. Σαν λέξη που αποκτάει νόημα μέσα σε προτάσεις, η αξιοσύνη της ομορφιάς μετριέται από ανάξιο περίγυρο. Έτσι τα μάτια μας δεν θα ξεκουραστούν ποτέ, αφού κάθε υποψία της αποβάλλεται σαν μιαρή απειλή.

Να υποφέρεις από ενοχή όταν θα προσπαθήσεις να εκφραστείς, να ακουστείς, από τότε που απαλλοτροίωσαν και λεηλάτησαν την έκφραση εκπορνεύοντας την, κάνοντας την ολόδική τους. Κι εμείς; Στην προσπάθεια μας να αρνηθούμε κάθε σχέση με τέτοιους προαγωγούς φτάσαμε στα άκρα να αρνηθούμε την ίδια την έκφραση μας με μιαν απερίγραπτη αγωνία. Για να μην αφεθεί καμμιάν υποψία, καμμιά μισή εντύπωση στον αέρα πως είμαστε σαν τα μούτρα τα δικα΄τους.

à propos: Στο συνέδριο για το περιβάλλον στην Κοπεγχάγη τις προάλλες βγήκε ένα non-paper. Αυτό είναι μια διατυπωμένη πρόταση η οποία όμως είναι άτυπη και ανεπίσημη. Έτσι εμφανίζεται σαν να μην είναι πρόταση. Το non-paper είναι μια πρόταση που δεν είναι πρόταση. Πώς αλλιώς θα μπορούσες να ονομάσεις κάτι τέτοιο, αφού ενώ υπάρχει, εκείνο διακηρύσσει την μη-ύπαρξη του, ως άλλη μια φωνασκούσα αθωότητα; Ένα χαρτί που δεν υπάρχει: ένα non-paper.

Κάποιοι παραλήπτες του απάντησαν πως δεν θα δεχτούν αυτή την πρόταση που αναγράφεται στο non-paper. Και τους απάντησε ο συντάκτης της πρότασης φαντάσματος, πως δεν είναι πρόταση αυτό, αλλά μπορεί να γίνει «μια» βάση συζήτησης. Έτσι το ανείπωτο, αυτό που δεν μπορεί να ξεστομηθεί σαν να λέμε, επιβάλλει τους όρους της συζήτησης. Πώς αυτό που ντρέπεται να υπάρξει (non-paper) μπορεί να γίνει η βάση μιας κουβέντας, μιας συζήτησης, μιας διαπραγμάτευσης που οφείλει να συμμορφωθεί στους όρους του;

ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

Δεκεμβρίου 6, 2009

Πρέπει να φτιάξουμε

Τη Νέα Διεθνή Γραμματική.

Ένα άρθρο για τη γυναίκα, τον άντρα, το παιδί

το σύννεφο, το δέντρο, το λιοντάρι.

Να επινοήσουμε νέους συνδέσμους

Ισχυρότερους μεταξύ μας.

Να παραβλέψουμε όπου χρειάζεται

Τους αντιθετικούς.

Και στις αντωνυμίες να υπάρξει καταμερισμός

Απόλαυσης κι ευθύνης.

Να δοθεί έμφαση στο εμείς.

Το τρίτο πληθυντικό πρόσωπο

Να υποστεί τη δικαιοσύνη των υπολοίπων.

Να αναδείξουμε τη δυναμική των μετοχών.

Τη διαχρονική τους διάσταση.

Για παράδειγμα, ο εξεγερμένος.

Τα ουσιαστικά να απαλλαγούν

Από κάθε μεταπρατική αξία.

Ορισμένα να καταργηθούν.

Τα επίθετα να τεθούν στην υπηρεσία

Της ποίησης ανάμεσά μας.

Να πάρουμε πίσω τα μόρια οξυγόνου

Που μας έκλεψαν.

Να ξεκαθαρίσουμε τις προθέσεις μας.

Να δούμε τι μέρος του λόγου είναι ο καθένας.

Τέλος, τα ρήματα και τα επιρρήματα

Να γράφονται με κόκκινο.

Οι πράξεις να ξεπηδούν

Ανάμεσα απ’ τις λέξεις.

Μιράντα Παπαδοπούλου, 2008


.

Δεκεμβρίου 6, 2009

Όλα ήταν στη θέση τους!
Οι πεινασμένοι στην Αφρική. Οι «ειδικοί» στην τηλεόραση.
Οι «κακοί» στη φυλακή. Οι «αναρχικοί» στα Εξάρχεια.
Αυτοί που αποφασίζουν στη βουλή. Τα λεφτά μας στα δάνεια.
Η αστυνομία στην επόμενη γωνία. Τα σπίτια μας στις τράπεζες.
Οι εχθροί μας στην Τουρκία και τη Μακεδονία. Τα πάρκινγκ μας στα πάρκα.

Η ψυχαγωγία μας στα bar. Τα παιδιά μας στο σχολείο.
Οι φίλοι μας στο facebook. Η τέχνη στα μουσεία και στις γκαλερί.
Οι επιθυμίες μας στις διαφημίσεις. Τα δέντρα μας χριστούγεννα στο Σύνταγμα.
Η ομορφιά στα κέντρα αδυνατίσματος. O έρωτας στις 14 Φλεβάρη.
Εμείς σε τέσσερις τοίχους.

ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΤΕΛΟΣ

_____________________________

ΖΩΗ ΜΑΓΙΚΗ

Οι πεινασμένοι στη βουλή, οι ειδικοί στα Εξάρχεια,
οι κακοί στα κέντρα αδυνατίσματος, οι αναρχικοί στα μουσεία και στις γκαλερί,
αυτοί που αποφασίζουν στις 14 Φλεβάρη, τα λεφτά μας χριστούγεννα στο σύνταγμα,
η αστυνομία στην Αφρική, τα σπίτια μας πάρκα,
οι εχθροί μας στο facebook, τα πάρκινγκ στις τράπεζες.

Η ψυχαγωγία μας στο σχολείο, τα παιδιά μας στα bar,
οι επιθυμίες μας στην επόμενη γωνία, η τέχνη μας στα δάνεια (δεν πληρώνω, δεν πληρώνω).

Τα δέντρα μας στους δρόμους
Η ομορφιά στους δρόμους
Ο Έρωτας στους δρόμους

Εμείς;
Σε τέσσερις τοίχους;

(τα εξώγαμα του δεκέμβρη)

[πηγή]

“Το κείμενο που ακολουθεί, σκοπίμως βασισμένο, ώς έναν βαθμό, σε υλικά προγενέστερων δημοσιεύσεων, φιλοδοξεί να επισημάνει, αν μη τι άλλο, πως όχι μόνον πολλοί από μας είχαμε προαισθανθεί το επερχόμενο κύμα της διαμαρτυρίας αλλά, επίσης, ότι τα σχετικά με τον «απρόβλεπτο» ή «ανερμήνευτο» ή και «προβοκατόρικο» χαρακτήρα της ανήκουν στην λανθασμένη οπτική ή στην κακοπιστία.”

Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ:

18/01/09 pt. 1

15/02/09 pt. 2

22/02/09 pt. 3

Windowshop

Δεκεμβρίου 5, 2009

1.

Ιδιοτελής εκμετάλλευση ευγενικών υποθέσεων ή ιδεών. Εκμετάλλευση του ανθρώπου ή του συμβάντος ως «όντα», ως υπάρξεις. Εκμετάλλευση μιας ευγενικής ύπαρξης, δηλαδή μιας ύπαρξης ελεύθερης, μιας ύπαρξης ανεξέλεγκτης. Η ευγένεια της έγκειται στο ότι είναι εκτός ελέγχου. Η καπήλευση της πραγματοποιείται τη στιγμή που αυτή εγκαλείται. Εγκαλείται η ευγένεια της ελευθερίας της και τιμωρείται σε ακινησία, βουβαμάρα και πάγωμα: κατασκευάζεται γι αυτήν ένας ορισμός, άλλοτε ένα πλέγμα εννοιών που την αλυσοδένουν σε μια παγωμένη σημασία. Η ευγένεια της ελευθερίας του όντος αρχικά ακυρώνεται από τις ερμηνείες των εξουσιαστικών Λόγων που γυρεύουν να απαντήσουν στο «τι είναι» ώστε να το παγώσουν και να το παγιώσουν, να το γειώσουν, να το φέρουν στο ίδιο επίπεδο με αυτούς έτσι ώστε να υποκριθούν μια συνομιλία, που έχει πάντα τον χαρακτήρα ενός αυτιστικού διαλόγου με τον εαυτό, που προσομοιάζει με αυνανισμό στον καθρέφτη. Η ακινητοποίηση της ευγενικής ελευθερίας του όντος –του ανθρώπου ή του συμβάντος– είναι η τιθάσευση, κατ’ άλλους εξημέρωση του, που το κάνει ασφαλές και ελεγχόμενο, έτοιμο να μπει σε προθήκες μουσείων. Βαλσαμωμένο. Βαλσαμωμένοι ήρωες. Βαλσαμωμένα συμβάντα. Καρφωμένα για πάντα στη γη. Στο μουσείο φυλασσονται και εκτίθενται σε κοινή θέα ως έργα τέχνης ή συλλογές αντικειμένων αξίας. Τα μουσεία ίσως να είναι οι απόλυτοι χώροι εξημέρωσης του παρελθόντος και επιβολής ενός θεαματικού παρόντος που στοιχίζει σε προθήκες τα λάφυρα του για προσβάσιμες παρατηρήσεις και ευχάριστο σχολιασμό. Για χάζι άψυχων κουφαριών.

2.

Συνωστισμός ανυπόμονων, διαθέσιμων μεσολαβητών –ακατανόητος συνωστισμός στην γραμμή εκκίνησης μιας και πρόκειται για κούρσα μόλις εκατό μέτρων, αναντίστοιχη της πορείας των ερμηνευμένων γεγονότων που θα έμοιαζαν περισσότερο με αγώνα αντοχής– για το ποιός θα πρωτοερμηνεύσει το τι είναι αυτός ο άνθρωπος ή αυτό το συμβάν. Αυτή η αβάσταχτη βιασύνη ορισμού πραγμάτων, ανθρώπων ή συμβάντων που βρίσκονται ακόμα σε κίνηση. Αξιολογήσεις ανθρώπων ζωντανών. Ερμηνείες ανερμάτιστων συμβάντων. Σαν να πέθαναν, να ολοκληρώθηκαν, σαν να εξαντλήθηκαν. Σαν να τελείωσαν: σαν οι άνθρωποι να μην συνεχίζουν να ζουν, σαν το συμβάν να μην συνεχίζει να εκτυλίσσεται. Μεσολαβητές που βιάζονται να κλείσουν υποθέσεις. Μια για πάντα. Που σε λίγα λεπτά έχουν αξιολογήσει, έχουν χαρακτηρίσει, έχουν σημάνει το τέλος. Και τον σκοπό. Και έτσι το «είναι». Με τιμές ή ατιμώσεις –αν υπάρχει διαφορά όταν όλοι είναι άτιμοι. Τέτοια είναι η στιγμή της καπήλευσης. Μετά έρχονται απλά οι μεταφορείς που πακετάρουν και μεταφέρουν με ασφάλεια τα εύθραυστα αυτά αντικείμενα στα μουσεία –άλλοι τους ανθρώπους, άλλοι τα συμβάντα.

3.

Αυτή η ερμηνευτική καπηλεία μετατρέπει το κάθε γεγονός σε πράγμα (i.e. «πραγμοποίηση») υπαγορεύοντας την καταναγκαστική του θέση σε βιτρίνες μουσείων. Εκεί φυλάσσεται και εκτίθεται στο κοινό. Τηρώντας τις απαραίτητες αποστάσεις. Διαμορφώνεται έτσι μια νέα σχέση με τους φυλασσόμενους ανθρώπους και συμβάντα, δηλαδή με τα φυλασσόμενα γεγονότα. Αυτή είναι μια σχέση αποστασιοποίησης. Μην ζεις μαζί τους. Μην ακουμπάς τα εκθέματα γιατί θα φθαρούν. Παρατήρησε τα. Επιτρέπεται, από τις Αρχές (;).

4.

Top-10, top-100, top-3.500, sixties, seventies, eighties, nineties, 00’s. Lost generation, Silent generation, Generation X, Generation Y, Generation Z.

Σαν την 6η Δεκέμβρη. Κιόλας. Επί τόπου.

«Η ιστορία πάντα ξεβράζει και τους καπηλευτές και τα μουσεία. Αυτή δεν χωράει πουθενά. Είναι φύσει ανεξέλεγκτη και άγρια. Είναι ο χρόνος.»

Maurice Postmeure 1969, Το Μουσείο: μια μετακριτική της Ιστορίας.

à propos 1: Η FAQ (sic) 79 έχει ένα γκρίζο εξώφυλλο με ένα στένσιλ και με μεγάλη bold γραμματοσειρά μια ημερομηνία: 06.12.08. Με μικρή γραμματοσειρά από κάτω, εξηγεί: «η ημερομηνία που ξέσπασε η γενιά του αυθορμητισμού». Το τρισέλιδο κείμενο (σ. 14-17), στο οποίο αναφέρεται το εξώφυλλο, στην ενότητα «FAQ EXPRESSION», παρουσιάζει ένα νέο φωτογραφικό λεύκωμα από τις εκδόσεις Καστανιώτη με τίτλο «Ανησυχία». Το λεύκωμα αυτό περιέχει φωτογραφίες από συνθήματα και στένσιλ, αλλά και από καλέσματα, αφίσες, κείμενα, τρικάκια, ανακοινώσεις, καταγγελίες, του Δεκέμβρη.  Πωλείται προς 19 euro (καμμία σχέση με το φθηνότερο DVD του tvxs με τίτλο «Δεκέμβρης 2008» προς 10.90 euro). Στη σελίδα 18 έχει διαφημίσεις. Στη σελίδα 19 επανέρχεται με μια στήλη εκατό λέξεων, με τίτλο «μια ιστορία, πολλές-καπνισμένες-αναμνήσεις». Μια ιστορία. Πολλές αναμνήσεις. Να ζήσουμε να τον θυμόμαστε.

à propos 2: Η Athens Voice, «η φωνή της Αθήνας», έκανε στο τεύχος 280 αφιέρωμα στον εαυτό της και την Αθήνα. 75 Αθηναίοι έγραψαν για την Αθήνα και την Athens Voice. Επετειακά. Έγραφε κάπου ο Φουκό πως ολοένα και περισσότεροι συζητούν πλέον άνετα για το σεξ. Πολύ κουβέντα για το σεξ. Μα τι ελευθερία επιτέλους, να συζητάμε για τέτοια θέματα-ταμπού! Γελούσε ανάμεσα από τις γραμμές όταν θεωρούσε πως όλος αυτός ο συφερτός λεπτομερών και σόκιν συζητήσεων για το σεξ, όλη αυτή η φιλολογία για το σεξ αντανακλούσε το γεγονός πως ολοένα και περισσότεροι δεν έκαναν σεξ. Χωρίς βέβαια να μασάνε τα λόγια τους.

Στην Athens Voice έγραψαν 75 Αθηναίοι για την Αθήνα. Είναι που έπαψαν να ζουν στην Αθήνα.

Κενολογία

Νοεμβρίου 28, 2009

Δικαστής: – Και γιατί τον λες τον άνθρωπο πούστη;

Μάρτυρας: – Κάνει πουστιές αφού.

Δ. Σάφτης (1956) «Φυσιογνωμικά»

Μην χαρακτηρίζεις. Και να μην λες ονόματα. Πρόσεξε καλά να μην εννοείς τα πράγματα που λες. Υπονόησε τα χαμογελαστά. Αν τα εννοήσεις, αν τυχόν τα πεις με το όνομα τους θα αποβληθείς από τον χορό. Των αχρείων. Μπορεί και να σε δικάσουμε και για εξύβριση. Ή για κακοήθη διασπορά ψευδών συνδέσεων. Δεν είναι καφενείο εδώ να λέει ο καθένας ό,τι γουστάρει. Εδώ, δεν λέμε τίποτα. Εδώ, τα γεγονότα δεν συνδέονται. Υπάρχουν μόνα τους, αυθύπαρκτα: ένα τη φορά. Χωρίς νόημα. Ανόητα, ουδέτερα, δίχως μνήμη και συνέχεια. Όλα τα άλλα είναι υστερόβουλα. Ίσως και λαϊκισμός*. Ίσως και ποινικά αδικήματα. Είναι κιόλας που κάποιες κακεντρεχείς ερμηνείες έχουν περάσει στην κουρασμένη ζώνη του παρωχημένου.

[Όχι. Δεν θα μιλήσω για τα Μέσα και τη γλώσσα τους. Δεν θα πω ούτε για το πως κάθε συμμετοχή σε αυτά σχεδόν αυτόματα παγιδεύει τον καθένα στη λογική του τίποτα. Τι μεταδίδουν τα Μέσα; Τον εαυτό τους. Νόμιζες πως ήσουν εσύ που μιλούσες, πουλάκι;.]

Η δημόσια φωνή εγκλωβισμένη σε ένα νόμιμο δίπολο φρίκης εξωθείται στο δρόμο της παρανομίας. Αυτό το δίπολο είναι ένα δίπολο φρίκης γιατί αναπαριστά το Κενό. Ο δημόσιος λόγος είναι θεμιτός και νόμιμος μόνο εαν είναι κενός νοήματος. Μπορείς βέβαια να επιλέξεις τη μεριά του κενού:

Απρόσωπους χαρακτηρισμούς ή αχαρακτήριστα πρόσωπα.

Τα πράγματα σε ένα κενό επιθέτων. Ο κόσμος όλος σε εκκρεμότητα. Με ύπαρξη, δράση και ιδέες αχαρακτήριστες. Άνευ αξιολόγησης. Δίχως ταυτότητα.

«Τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη»;

Σε ένα εκκρεμές τοπίο διασποράς σύγχυσης; Εν μέσω ψιθύρων εκβιαστών;

Αυτό που απομένει είναι ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Ποιός θα εντυπώσει πιο πολλά στα παιδικά μας μάτια; Ποιός θα επιζήσει των ακατάσχετων πυροβολισμών των αυτομάτων με τα ακουστικά στα αυτιά;

 

 

 

 

 

 

 

* Ο «λαϊκισμός» συνδέει και συσχετίζει δύο πράγματα ασύνδετα, συνήθως δίνοντας τους αιτιακό χαρακτήρα. Και ποιός ορίζει το τι συνδέεται και τι όχι; Η λογική; Όχι. Ο «κοινός νους» ως ιστορικό φαινόμενο. Αλλάζοντας «νόμιμες» συνδέσεις, ή καταργώντας την κάθε σύνδεση καθ’ αυτή, αλλάζεις και τον «κοινό νου». Ενίοτε τον παγώνεις κιόλας.

Αριθμοφρένεια (2)

Νοεμβρίου 26, 2009

Από τον ΕΥΓΕΝΙΟ ΑΡΑΝΙΤΣΗ: 21/11/09
Προοδευτικά, το σύμπαν της διαφήμισης κυριεύεται απ’ τον ίλιγγο των ποσοστών, συμπαρασύροντας την τηλεόραση, τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και τους διαδικτυακούς τόπους: τίποτα πια δεν είναι ακέραιο, τα πάντα υπόκεινται στην επί τοις εκατό λογική του μερίσματος, θυμίζοντάς μας ότι η ολότητα δεν μπορεί παρά να θεωρείται εξαφανισμένη.

Φυσικά, την αναπληρώνουν με καθησυχαστικά κλισέ του τύπου «100% φυσικός χυμός», «το 100% των λεκέδων», «100% ισορροπημένη διατροφή», «100% επαγγελματική προστασία για τα μαλλιά σας» κ.λπ.· εντούτοις, δυνάμει της αμφιβολίας που δηλητηριάζει τη σχέση καταναλωτή και διαφημιστικού λόγου, πρέπει επίσης να καλωσορίζουμε διαρκώς έννοιες όπως «επιτόκιο 4,29%», «κορν φλέικς με 17% σίδηρο», «45% λιγότερα λιπαρά» και «36% οξέα». Αλλωστε, όταν τα ποσοστά δεν είναι στρογγυλά, μοιάζουν αρκετά πιο αληθοφανή.

ΑΥΤΗ η τρέλα των στατιστικών διαβεβαιώσεων που εκδίδονται σαν πιστοποιητικά πολυτιμότητας του προϊόντος αναπτύχθηκε παράλληλα με το άγχος των πολιτικών δημοσκοπήσεων, και η κοινωνία άρχισε να εθίζεται σε διατυπώσεις του είδους «0% προκαταβολή», «Σας επιστρέφει 50% μετρητά αμέσως», «Επιπλέον έκπτωση 10% στις ήδη μειωμένες τιμές», «15% έκπτωση σε όλα τα μοντέλα» και «χαμηλότερο ποσοστό κατά 33%» -συμπεράσματα φρικιαστικής ακρίβειας, εν ολίγοις ακλόνητα, και συγχρόνως ανυπόληπτα στην αυθαιρεσία τους, σαν να μιλάμε για τα προεκλογικά ποσοστά των αναποφάσιστων. Π.χ., όταν λέμε «8 στους 10 που δέχτηκαν την πρόκληση ένιωσαν τη διαφορά», υπονοούμε ότι το 20% των τολμηρών δεν ένιωσαν τη διαφορά καθόλου, γεγονός αξιοπερίεργο.

ΣΤΗΝ ίδια κατεύθυνση κινητοποιήθηκαν το χονδρεμπόριο, το τραπεζικό σύστημα και η κτηματομεσιτική αγορά, η αγορά αυτοκινήτων και τηλεφώνων, οι παροχές υγείας, η γυναικεία φροντίδα και η οικολογία· πλέον, οπουδήποτε κι αν κοιτάξεις, σε προσκαλούν να ενδώσεις, με υποσχέσεις όπως «-30% σε μεγάλη ποικιλία αγαθών», «10% επιστροφή μετρητών και 12 άτοκες δόσεις», «35%+15% επιστροφή τόκου», «Χαρίζουμε το 19% του ΦΠΑ», «μέχρι και 100% της ονομαστικής αξίας τους ακινήτου», ακόμη και «Κάλυψη 70% σε διαγνωστικές εξετάσεις». Ακολούθησαν όχι λιγότερο μυστηριώδη δολώματα όπως «Αποτέλεσμα: ρυτίδες 8%, σύσφιγξη +96%», «Περισσότερη ελαστικότητα στο 74% του προϊόντος», «εγγύηση για το 40% της επιφάνειας των δοντιών» και ούτω καθεξής.

ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ «10-20% ανανέωση χρόνου σε κάθε συνομιλία», «20% έκπτωση στο πάγιο», «99,6% πληθυσμιακή κάλυψη», «35% επιδότηση για αλλαγή συσκευής», «Κλιματιστικά με 60,4% χαμηλότερη κατανάλωση» και «50% μείωση του τέλους ταξινόμησης», και θα έχετε μια πλήρη εικόνα της έλλειψης που μαστίζει τον κόσμο μας και συνάμα τον παρηγορεί.

Αφορισμός 8

Νοεμβρίου 21, 2009

Πές μου, ειλικρινά. Εσύ.      Καβλώνεις;

Απιστία

Νοεμβρίου 21, 2009

Δεν είναι πως σου παίρνουν πράγματα που πίστευες. Πως σου τ’αρπάζουν. Είναι που δεν πρόλαβες να τα πιστέψεις. Σκέψου. Για έναν πιστό του Θεού είναι ασύλληπτο το βάρος της απιστίας: Πώς να συνεχίζεις να ζεις; Χωρίς ελπίδα.

Και δεν είναι μόνο πως σου παίρνουν, πως σαρώνουν με καταιγιστικές επιχειρήσεις-σκούπα τα πράγματα πάνω στα οποία ήσουν έτοιμος να ποντάρεις. Είναι πως κι εσύ πλέον αρνείσαι να τα κρατήσεις. Σιχαίνεσαι. Εν μέσω σύγχυσης να θεωρείς πως δεν αξίζουν όχι να τα διεκδικήσεις, ούτε να τα επιθυμήσεις. Ούτε καν την προσοχή σου. Σαν «γκόμενα ψεύτρα που μασάει τα λόγια της». Να κοιτάς γύρω και το μόνο που διαπιστώνεις ατάραχα –λόγω μιας κάποιας αναισθησίας ικανή να μουδιάζει κάθε εξωτερικό ερέθισμα και να το υποβιβάζει σε ακόμα μία εικόνα- να είναι ένα λαμπερό τοπίο, λεηλατημένο και ρημαγμένο από την επέλαση των βαρβάρων. Σκατόψυχο. From the inside, δηλαδή.

Πού να ποντάρεις, αφού ό,τι μοιάζει λαμπερό και ικανό να σε στηρίξει, ό,τι μοιάζει αξιόλογο να το αγκαλιάσεις και να σε βαστήξει σε καιρούς παράξενους, τότε που μπορούν άνετα να σε πατήσουν, το πλησιάζεις λίγο και αυτό γίνεται καπνός. Σαν ψέμα.

Και δεν είναι πως αισθάνεσαι προδομένος. Όχι. Το ξεπερνάς αυτό. Άλλωστε κανείς δεν σου υποσχέθηκε ποτέ. Τίποτα. Είναι που δεν σέβεσαι την παρουσία του πλέον. Θα το καρφώσεις στα ίσια, στα μάτια απαιτώντας από αυτό να ρίξει τα δικά του στα χαμηλά. Κι όταν δεν τα ρίχνει, κοιτάζοντας σε με μια προκλητική ξιπασιά, από αυτές που μπορούν να σε λερώσουν βαθιά, θα φτύσεις στο πεζοδρόμιο, χάμω, μπροστά του με στηλωμένα τα μάτια σου στα δικά του. Πριν προσπεράσεις και αποχωρήσεις. Με θυμό. Και στεναχώρια. Που μοιάζει να στενεύει τον ορίζοντα που γίνεται στενόχωρος (μέχρι να πνιγείς στο σώμα σου;). Συμβαίνουν αυτά. Είναι όμως το πλήθος αυτών. Κυνηγημένος από έναν τέτοιο κλοιό, περικυκλωμένος από τέτοια γυαλιστερά πράγματα, χώρους που λάμπουν, δουλειές που γοητεύουν, ανθρώπους με στιλ, παύεις να πιστεύεις οριστικά σε οτιδήποτε. Σε κάθε αξία που περιφέρουν και κηρύττουν, και που κάθε φορά έμοιαζε με εκείνο το φωτεινό σημείο στο τούνελ. Και καθώς πλησίαζες, κάθε φορά, όλα θάμπωναν. Πόσες φορές θα αντέξεις την αποχώρηση; Πόσες φορές να αποχωρήσεις; Προς τα πού να πας;

Καλύτερα έτσι: μπες στον κλοιό και αναμίξου στην λάμψη. Και έτσι αναίσθητος να σέρνεσαι πίσω από περιφορές επιταφίων. Έκπτωτων νεκρών.

Το αδιέξοδο της απιστίας είναι πως δεν σου έχει μείνει πια τίποτα για να πιστέψεις.

«Σε εποχή που οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν τίποτα μέχρι θανάτου» (parapompi?)

1.

«Είναι αληθές ότι τα ένσημα διπλασιάζονται. Από 50 ένσημα το χρόνο σε 100 ένσημα το χρόνο. Είναι δηλαδή ένας αριθμός ο οποίος θεωρείται επαρκής για να μπορεί κάποιος να έχει την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ο αριθμός των 50 ενσήμων ήταν ιδιαίτερα χαμηλός και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, ουσιαστικά, να ωφελούνται ή να επωφελούνται αυτής της ρυθμίσεως πρόσωπα τα οποία δεν έχουν συνεισφέρει έτσι όπως έχουν συνεισφέρει στη πλειονότητα τους οι Έλληνες πολίτες. Ήταν λοιπόν ένα άδικο μέτρο αυτό το οποίο ίσχυε, έναντι όλων των υπολοίπων Ελλήνων πολιτών οι οποίοι συνεισέφεραν ανελλιπώς τις εισφορές τους, έτσι ώστε να μπορούν να έχουν την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που χρειάζονται. Όλοι οι Έλληνες πολίτες να πληρώνουν επί 12 μήνες το χρόνο, να εργάζονται ανελλιπώς, να στερούνται δηλαδή ένα ποσό χρημάτων από την καθημερινή τους διαβίωση και να ωφελούνται –επαναλαμβάνω- ορισμένοι οι οποίοι εργάζονται πολύ λιγότερο. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι δίκαιο. … Νομίζω ότι είναι απολύτως δίκαιο κάθε Έλληνας πολίτης ο οποίος πληρώνει, να απαιτεί να έχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη  αρκεί να έχει ένα μίνιμουμ, το οποίο μίνιμουμ ορίζεται στα 100 ένσημα. Σας ευχαριστώ.»

BRIEFING170308. Ενημέρωση συντακτών από τον Υπουργό Επικρατείας και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο Θεόδωρο Ρουσόπουλο, Αθήνα, 17 Μαρτίου 2008

Ακόμα με σοκάρει το ειδικό βάρος του μηνύματος του Ρουσόπουλου. Ως μήνυμα που φέρει διακριτές αξίες, ως φορέας μιας κοσμοθεώρησης η οποία τοποθετεί το Δίκαιο σε τελείως διαφορετικά πλαίσια από τα «συνηθισμένα», από αυτά δηλαδή που θεωρούσα δεδομένα και αυτονόητα. Είχα ταραχτεί και τότε, θεωρώντας αυτή τη δήλωση ως συμβολική μιας νέας τάξης πραγμάτων που σκοτώνει οριστικά τον όποιο εναπομείναντα κοινωνικό ιστό που έστω και φαντασιακά θεωρεί χρέος του να νοιαστεί για τον διπλανό και τον παραδιπλανό του (κλισε;). Που αγνοεί τη «ντροπή» σαν έννοια και σαν συνταγματικά κατοχυρωμένο δίχτυ ενότητας σε σχέση με τα ανεπίτρεπτα να ξεπεραστούν όρια «ανθρωπιάς» που έχουν άρρητα συμφωνηθεί ανάμεσα στα μέλη της κάθε κοινωνίας. Με την προϋπόθεση βέβαια πως η κοινωνία υπάρχει ως τέτοια και καθ’αυτή. Ο Ρουσόπουλος επινόησε μιαν άλλη κοινωνία μέσα στην κοινωνία. Αυτή η άλλη κοινωνία αποτελεί γι αυτόν βαρίδι και θέλησε να το πετάξει. Αν δεν δουλεύεις, die motherfucker! Και τέτοια. Καταλαβαίνεις.

2.

Τον ξαναθυμήθηκα χθες που κατά λάθος άρχισα να διαβάζω την προκήρυξη των «Πυρήνων της Φωτιάς» και με έναν αδικαιολόγητο ψυχαναγκασμό που είχε κάτι το μαζοχιστικό τη διάβασα ολόκληρη. Την γράψανε για την επίθεση της κατσαρόλας που δέχτηκε προχθές η κουτσή Γιαννάκου. Δεν το προτείνω σε κανέναν. Και δεν θα πω ούτε για το ότι είναι τόσο μικράκια, ούτε για τα άλλαντάλλα που έγραφαν, ούτε για τις συστηματικές ανορθογραφίες-τσάμπα-μαγκιές –που σε ένα μαλακισμένο βαθμό εκφυλισμένης μεταμοντέρνας θεωρητικοποίησης (δηλαδή ο μεταμοντερνισμός που γνωρίζουν οι αμόρφωτοι) θεωρούν πως καταγγέλουν και σπάνε την κανονικότητα. Δεν θα πω ούτε για το αγαπημένο μου κομμάτι που λέει πως «σε ένα μελλοντικό επαναστατικό χωροχρόνο ίσως να αισθανόμαστε περισσότερο και να σκεφτόμαστε λιγότερο», που με έκανε να φαντάζομαι ντεμέκ φρικιά να κάνουν Ζεν και τέτοια, και να φωνάζουν: Νιώσεεεεε! Νιώσε γαμώ την παναγία μου! Όχι. Αυτό που με κέντρισε ήταν το ότι θεωρούν όλους τους υπόλοιπους αντίπαλους. Όλους.

3.

Διάβασα εξαιτίας μιας αφόρητης υποψίας που είχα μερικές από τις προκηρύξεις της 17Ν. Δεν θεωρούσαν ανίδεους αντιπάλους ή κατάπτυστους εχθρούς όλους τους υπόλοιπους που δεν ανήκαν στην οργάνωση τους. Όχι μόνο τους αποκαλούσαν (περικλείοντας και τους εαυτούς τους μέσα σε αυτό) «λαό» και «Ελλάδα», αλλά επιζητούσαν και την υποστήριξη όλων αυτών που σήμερα τοποθετούνται απέναντι. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους κομμάτι του όλου και συνομιλούσαν με το όλο, ωσάν να ήταν «μαζί». Και δεν έχει καμμία απολύτως σημασία το κατά πόσο ήταν μαζί ή όχι. Και κατά πόσο γούσταρε «ο λαός» ή όχι τη χαμένη δικαιοσύνη που η 17Ν θεωρούσε πως ανακτούσε με τη δράση της. Συμβολικά, σημασία έχει το ότι αυτοί θεωρούσαν πως δεν είχαν κάτι να χωρίσουν με τον υπόλοιπο κόσμο και πως δρουν σαν ένας «συλλογικός» τιμωρός που ψυχανεμιζόταν την αδικία που ένωνε πολλούς. Η 17Ν αναφερόταν σε έναν τέτοιο τύπο φαντασιακής κοινωνίας. Του «μαζί».

4.

Γινόμαστε μια νεοφιλελεύθερη κοινωνία στην οποία προκύπτουν τα πράγματα και οι έννοιες που μοιάζουν ικανές να μας χωρίζουν, που κανένας δεν γουστάρει κανέναν, που κανένας δεν εκφράζει κανέναν. Είμαστε σε μια ελεύθερη πτώση που ο «λαός» έσπασε σε στρατόπεδα, «αλήτες», «εχθρούς» και «νοικοκυραίους». Καμμία αίσθηση «κοινής λογικής», γιατί αυτή χάθηκε με την απώλεια του «κοινού». Και το «κοινό» δεν αναφέρεται μόνο σε κοινές εμπειρίες καθ’αυτές. Χρειάζεται και η ανάδειξη αυτών των εμπειριών μέσω των οποίων μοιραζόμαστε το χρόνο μας εδώ. Εξ’ αρχής χρειάζεται να στρέψεις την προσοχή σε αυτό που σε ενώνει για να ενωθείς, αντί σε αυτό που σε χωρίζει. Και εμείς έχουμε εστιάσει στις διαφορές μας. Σαν να μην ζουμε πια παρέα. Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ μέσα από τον τρόπο, όχι απλώς του χαρακτήρα των επιθέσεων, αλλά της εννοιοδότησης των επιθέσεων όπως αυτός περνά μέσα από τις προκηρύξεις φαίνεται να μπορεί να αποδώσει την κίνηση που έχει ήδη συμβεί σε ολόκληρο τον ελληνικό κοινωνικό ιστο (μαξιμαλισμός;). Μπορεί να δείξει σαν σύμβολο την πραγματικότητα για να καταλάβουμε τις ευρύτερες κινήσεις που διαδραματίζονται και που αναδεικνύουν μια ειλημμένη τροχιά. Από τον σύμμαχο λαό, στον εχθρό λαό, από τη συσπείρωση στην διάσπαση –συμβολικά και αληθινά. Από το όλοι μαζί, στο μόνος εναντίον όλων. ΕΤΣΙ, ενώ η τρομοκρατία λέγεται ότι διαρηγνύει τον κοινωνικό ιστο, η 17Ν τον επικαλείται και τον αναζητά με αγωνία, μιλώντας για «λαό» και «Ελλάδα». Αντίθετα τους Πυρήνες δεν τους αφορά. Δεν θεωρούν πως υπάρχει. Γι αυτό και μιλάνε για τους εαυτούς τους σε έναν αυτιστικό μονόλογο. Και αντί να σπάνε την κανονικότητα και να αντιστέκονται στον μοναχικό κόσμο που επαγγέλεται ο νεοφιλελευθερισμός φαίνεται τελικά να την υπηρετούν. Σαν πιστά αντίγραφα της.

 

[01/11/09 - proti anartisi: Laternative]

Αφορισμός 7

Νοεμβρίου 21, 2009

Όταν λέμε, να με ακούς όταν μιλάω, σημαίνει μάθε να ακούς κι αυτά που δεν ξέρεις -μην ακούς μόνο αυτά που ήδη ξέρεις

Αφορισμός 6

Νοεμβρίου 21, 2009

Το θέμα με τους παιδικούς φίλους είναι πως δεν μπορείς να κάνεις νέους

Demystification #1

Νοεμβρίου 14, 2009

1.

Σκέψου το λίγο. Τι είναι τα πράγματα που έχει το σούπερ μάρκετ; Είναι φαγητά, απορρυπαντικά, και άλλα πράγματα όπως χαρτοπετσέτες, μπατονέτες, και τέτοια. Και έχουν μια τιμή. Δίνεις λεφτά και τα αποκτάς. Πόσο κάνει η μπατονέτα; Τόσα. Πάρτα. Φέρτο. Έτσι η μπατονέτα είναι απλά και μόνο μια μπατονέτα που η αξία της υπολογίζεται σε μια ουδέτερη και αντικειμενική μονάδα μέτρησης του αντικειμένου, δηλαδή τα λεφτά. Φτάνει όμως αυτό για να καταλάβεις τι είναι μια μπατονέτα. Ας πούμε: ξέρεις από που έρχεται μια μπατονέτα, αν φυτρώνει ή φτιάχνεται, πού φυτρώνει και πώς φτιάχνεται, ποιος την φυτεύει και ποιός την φτιάχνει; Μια γενεαλογία του πράγματος ρε παιδί μου. Να ξέρουμε με τι έχουμε να κάνουμε: Τι ρόλο βαράει. Από που κρατάει η σκούφια του. Τι καπνό φουμάρει. [χα!]

Ξέρεις. Όπως όταν γνωρίζουμε έναν άνθρωπο. Θες να τον γνωρίσεις για να καταλάβεις τι είναι. Δεν είναι πως τον βλέπεις, τον χρειάζεσαι, τον αγοράζεις και μετα καθαρίζεις τα αυτιά σου με αυτόν.

- Και τι είναι η μπατονέτα; Άνθρωπος;

- Ναι.

Από τη στιγμή που δεν ξεφυτρώνει σαν αγριόχορτο μέσα από τα φωτιστικά του σαλονιού σου, είναι.

2.

Είναι ο φετιχισμός του εμπορεύματος που λέει ο Μαρξ. Η μετάθεση δηλαδή, η απόκρυψη της εργασίας των ανθρώπων που έφτιαξαν την μπατονέτα. Το πράγμα εμφανίζεται ως καθ’αυτή παρουσία αποκομμένη από την καταγωγή του, από το πώς παράχθηκε. Αυτό δεν φαίνεται στο πράγμα: το είδος της σχέσης που εκπροσωπεί, που αναπαριστά και που το έκαναν δυνατό απουσιάζει. Σαν να μπορούμε να δούμε μόνο το κουφάρι του πράγματος που έχει μείνει χωρίς ψυχή, δίχως πνεύμα. Αποσιωπείται η διαδικασία παραγωγής του πράγματος που έχει γίνει προϊόν, αφού μπορεί να αποκτηθεί έναντι τιμήματος το οποίο φαίνεται πια να συνιστά την μόνη μετάφραση που αξιολογεί κάθε πράγμα: η αξία του αντικειμένου συνεπάγεται μονάχα μια τιμή, έναν αριθμό αξιολόγησης του που παίζει με την σπανιότητα του. Η τελευταία είναι που το δίνει τη μοναδική του αξία. Για να πλαισιωθεί από τη διαφήμιση που επενδύει πάνω του εμφυσώντας “χαρακτήρα” στο άψυχο κουφάρι προγραμματίζοντας το να σημαίνει κάτι εν μέσω κενού. Το αντικείμενο παύει να αντλεί την αξιοσύνη του από τα δικά του χαρακτηριστικά, όπως θα μπορούσε να είναι η γεύση του, η υφή του, ή ο τρόπος με τον οποίο παράχθηκε. Και αυτό μας αποκόβει από τον Κόσμο. Η μόνη σχέση μας με αυτόν μένει να είναι η συναλλαγή. – Μα κάποια πράγματα δεν αγοράζονται. – Αλήθεια; Ακόμα πιστεύεις κάτι τέτοιο;

(Κατ’αυτόν τον τρόπο ίσως να μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα την ουσία σε ένα μποϋκοτάζ σε βρακάκια του Ζάρα, αν το τελευταίο βάζει εργάτες σε καράβια που τους πάνε σε διεθνή ύδατα, έτσι ώστε εν μέσω ωκεανού και πλήρους απουσίας νόμου, σε συνθήκες κενού, τίποτα να μην λογίζεται ως νόμιμο ή παράνομο αφού η μόνη εξουσία στη μέση του πουθενά είναι ο καπετάνιος του κρουαζιερόπλοιου.)

Έτσι έχουμε να κάνουμε με μια διπλή απόκρυψη: από τη μία, μια άγνοια σε σχέση με την πρώτης ύλη που μεταποιείται, και από την άλλη, ένα κενό γνώσης σε σχέση με το πώς διαδραματίζεται αυτή η μεταποίηση.

Ο τρόπος με τον οποίο παράγονται να πράγματα μπορεί να αποσιωπείται –και να υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν πως οι κατεψυγμένες τηγανιτές πατάτες καταψύχθηκαν αφού είχαν πρώτα μαζευτεί από τα πατατόδεντρα (sic)- και να μην γνωρίζουμε το πώς φτιάχνονται τα πράγματα με τα οποία ζούμε, αλλά μια υποψία αρχίζει να πλανιέται στις αισθήσεις μας μέσα από κακοτεχνίες, αναπτήρες που εκρήγνυνται και άνοστα φαγητά, από πράγματα τόσο ουδέτερα και άοσμα που μοιάζουν να έχουν παραχθεί από ρομπότ. Αυτή η ψυχρότητα της μαζικότητας της κάθε παραγωγής μοιάζει πια ανήμπορη να κρατηθεί στον εργοστασιακό χώρο που τα κακοποιημένα ρομπότ δουλεύουν, και να μεταδίδεται τελικά η μιαρότητα στα πράγματα που παράγουν. Από το άγγιγμα τους.